ἑξηκοντάλιθος

ἑξηκοντά-λῐθος, ,
A precious stone of many colours, Plin.HN37.167.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εξηκοντάλιθος — ἐξηκοντάλιθος, ο (Α) πολύτιμος πολύχρωμος λίθος …   Dictionary of Greek

  • HEXECONTALITHOS — Gr ἑξηκοντάλιθος, gemmae nomen, apud Solin. c. 31. ubi de Troglodytis, Lapide uno gloriantur, quem Hexecontalithon nominamus, tam diversis notis sparsum, ut sexaginta gemmarum colores in parvo eius orbiculo deprebendas. Ε῾ξήκοντα autem sexaginta… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • λίθος — ο (AM λίθος, ὁ Α και λίθος, ἡ) 1. τεμάχιο πετρώματος ή βράχου, πέτρα, λιθάρι (α. «τρηχὺς λίθος», Ομ. Ιλ. β. «στερεὴ λίθος», Ομ. Οδ. γ. «σοὶ δ αἰεὶ κραδίη στερεωτέρη ἐστὶ λίθοιο», Ομ. Οδ.) 2. ιατρ. σύγκριμα που σχηματίζεται στα διάφορα όργανα και …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.